Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

turkey corn


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο turkey παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: corn
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: turkey, Turkey

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
turkey n(large bird)γαλοπούλα ουσ θηλ
 (αρσενική)γάλος, διάνος ουσ αρσ
 (λαϊκό, σπάνιο)κούρκος ουσ αρσ
 Do you see that wild turkey over there?
 Βλέπεις εκείνη την άγρια γαλοπούλα εκεί πέρα;
turkey n(food: meat of the bird)γαλοπούλα ουσ θηλ
 We ate turkey for Thanksgiving dinner.
 Φάγαμε γαλοπούλα στο δείπνο την Ημέρα των Ευχαριστιών.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
turkey nslang (flop, not good) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)πατάτα ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)μάπα, μούφα ουσ θηλ
 Critics called the film the biggest turkey of the year.
turkey nslang (useless person)άχρηστος επίθ
 You're such a turkey! I don't know why you came.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Turkey n(country)Τουρκία ουσ θηλ κύρ
 Turkey is a predominantly Muslim country.
 I'm going to Turkey on holiday this year.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
turkey | Turkey
ΑγγλικάΕλληνικά
cold turkey n(leftover turkey meat served cold) (κυριολεκτικά)κρύα γαλοπούλα ουσ θηλ
 Since Christmas we have been eating cold turkey sandwiches every day.
cold turkey nfigurative (sudden withdrawal from [sth] addictive) (μεταφορικά)απεξάρτηση χωρίς φάρμακα, κόψιμο μαχαίρι έκφρ
 Some people believe that cold turkey is the only way to beat addiction.
cold turkey adv(abruptly, without support) (καθομιλουμένη)μια κι έξω, μπαμ και κάτω έκφρ
  απότομα επίρ
 He quit smoking, and he did it cold turkey.
 Έκοψε το κάπνισμα και το έκανε μια κι έξω.
cold turkey adj(abrupt and sudden)απότομος επίθ
  μια και έξω φρ ως επίρ
 Cold turkey withdrawal from any drug is very difficult.
 Η απότομη διακοπή των οποιουδήποτε είδους ναρκωτικών είναι πολύ δύσκολη.
go cold turkey v expr(addiction: quit abruptly) (μεταφορικά)κόβω κτ μαχαίρι έκφρ
  κόβω κτ μια και έξω έκφρ
 The addict decided the only way to break his habit was to go cold turkey.
talk turkey v exprUS, figurative, informal (speak frankly and practically)μιλάω ειλικρινά, μιλάω ευθέως ρ αμ + επίρ
  κάνω μια ειλικρινή κουβέντα έκφρ
  μιλάω στα ίσια έκφρ
turkey oak n(variety of large tree) (επίσ: είδος βελανιδιάς)δρυς η κηρρίς φρ ως ουσ θηλ
turkey sandwich n(turkey meat between slices of bread)σάντουιτς με γαλοπούλα φρ ως ουσ ουδ
wild turkey (bird)άγρια γαλοπούλα επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση turkey corn στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «turkey corn».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!